βαμβακερός


βαμβακερός
[вамвакерос] ек. хлопковый, хлопчатобумажный.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "βαμβακερός" в других словарях:

  • βαμβακερός — βαμβακερός, ή, ό και μπαμπακερός, ή, ό 1. ο βαμβακένιος: Οι βαμβακερές κάλτσες είναι οι καλύτερες για το καλοκαίρι. 2. το ουδ. στον πληθ. ως ουσ., βαμβακερά ρούχα και είδη από μπαμπάκι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βαμβακερός — και μπαμπακερός, ή, ό (Μ βαμβακερός και βαμπακερός και παμπακερός, ή, όν) 1. κατασκευασμένος από μπαμπάκι 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) βαμβακερά, τα υφάσματα ή ενδύματα από μπαμπάκι …   Dictionary of Greek

  • βαμβάκι — Πρόκειται για την κοινή ονομασία με την οποία είναι γνωστά τα είδη του γένους γοσύπιο (gosypium) της οικογένειας των μαλαχιδών ή μαλβιδών, καθώς και οι κλωστικές ίνες που προέρχονται από τα σπέρματά τους (παλαιότερα λεγόταν επίσης βαμπάκι και… …   Dictionary of Greek

  • βαμβάκινος — η, ο (Μ βαμβάκινος, η, ον) νεοελλ. βαμβακερός μσν. βομβύκινος, μεταξωτός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. με τη νεοελληνική της σημασία προέρχεται από το βάμβαξ ( άκι) και μαρτυρείται από το 1862 στο περιοδικό σύγγραμμα Πανδώρα, ενώ με τη μεσαιωνική της σημασία… …   Dictionary of Greek

  • ενδυμασία — Το σύνολο των αντικειμένων –οποιουδήποτε υλικού ή τρόπου κατασκευής– που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος για να ντύνεται και να στολίζεται. Για πολύ καιρό, ιδιαίτερα σε περιοχές τις οποίες ευνοούσε το θερμό κλίμα, οι άνθρωποι δεν ένιωθαν την ανάγκη να… …   Dictionary of Greek

  • μπαμπακένιος — ια, ο [μπαμπάκι] 1. βαμβακερός («μπαμπακένια εσώρουχα») 2. αυτός που μοιάζει ως προς την όψη ή το χρώμα με το βαμβάκι («μπαμπακένιο πρόσωπο») …   Dictionary of Greek

  • μπαμπακερός — ή, ό (Μ μπαμπακερός, ή, όν) [μπαμπάκι] φτειαγμένος από βαμβάκι, βαμβακερός («μπαμπακερό ύφασμα») νεοελλ. φρ. «από μια μπαμπακερή κλωστή κρέμομαι» βρίσκομαι σε πολύ επισφαλή και επικίνδυνη θέση …   Dictionary of Greek

  • ξύλινος — η, ο, (ΑΜ ξύλινος, ίνη, ον, Α αττ. τ. σύλινος, ίνη, ον) [ξύλον] 1. κατασκευασμένος από ξύλο ή αποτελούμενος από ξύλο (α. «ξύλινες καλύβες» β. «ξύλινα τείχη» τα πλοία, Ηρόδ.) 2. το ουδ. ως ουσ. το ξύλινο(ν) τσόκαρο, ξύλινο πέδιλο νεοελλ. φρ.… …   Dictionary of Greek

  • καβάδιο — Είδος βυζαντινού στρατιωτικού επενδύτη ή χιτώνα, που παρέλαβαν οι Βυζαντινοί από τους Πέρσες, οι οποίοι με τη σειρά τους το είχαν υιοθετήσει από τους Ασσυρίους. Κ. ονομαζόταν, επίσης, ο μάλλινος ή βαμβακερός θώρακας που φορούσαν ορισμένες φορές… …   Dictionary of Greek

  • Ριάντ — Πόλη, πρωτεύουσα της Σαουδικής Αραβίας και της επαρχίας Νετζντ. Λέγεται και Ριγιάντ. Βρίσκεται στην καρδιά της αραβικής πεδιάδας, σε υψόμετρο 585 μ. μέσα σε μια εύφορη όαση της περιοχής της Αλ Αρίδ στα όρη Τοουαΐκ, 770 χλμ. ΒΑ της Μέκκας.… …   Dictionary of Greek